Γιάννης Παπανικολάου: Η μουσική του ιστορία

Συνέντευξη στο Γ. Στακιά

Τώρα με τον εγκλεισμό, τα πράγματα κυλάνε για άλλους πολύ αργά και για άλλους γρηγορότερα. Το σίγουρο είναι ότι είναι ιδανική ευκαιρία να κάνουμε πράγματα τα οποία ίσως ήταν δύσκολο να γίνουν με τους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας.

Η συνέντευξη με το Γιάννη Παπανικολάου ήταν κάτι που καιρό τώρα σχεδίαζα, αλλά συνεχώς κάτι προέκυπτε και δε μπορούσε να γίνει. Λογικό ως ένα σημείο, γιατί όταν ζητάς από κάποιον να σου αφηγηθεί εν ολίγοις τη μουσική ιστορία της ζωής του, θέλεις αρκετή προετοιμασία, όρεξη, μα κυρίως χρόνο. Ο Γιάννης μας αφιέρωσε το δικό του και μας ταξίδεψε από το μακρινό παρελθόν μέχρι και το παρόν. Από τους Innerwish στους Παπαροκάδες κι από τη σόλο καριέρα στους Diviner. Καθίστε χαλαρωτικά κι απολαύστε…

 

Καλησπέρα Γιάννη και σ’ ευχαριστώ για τη συνέντευξη. Περίεργες εποχές…

Όντως περίεργες αλλά δε νομίζω ότι πρέπει να μας διακατέχει η ψυχολογία μίας καθεστωτικής κατάστασης. Δεν τίθεται για μένα θέμα επιβολής κάποιου μέτρου αλλά οικειοθελής αυτοπεριορισμός για λόγους δημόσιας υγείας . Είναι μια καινούρια πρωτόγνωρη εμπειρία για όλους. Μένουμε σπίτι με τα συν και τα πλην που συνεπάγεται αυτό για το καλό όλων.

 

Το πρώτο που θα ήθελα να σε ρωτήσω είναι το πότε συνειδητοποίησες ότι σου αρέσει αυτό το συγκεκριμένο είδος μουσικής, δηλαδή το πιο ας το πούμε «ακραίο» από τα υπόλοιπα. Πότε ξεκίνησε και σε ποια ηλικία;

Ξεκίνησε αρχές δεκαετίας ’80, που ήμουν στο τελείωμα του δημοτικού. Υπήρχε η μουσική στο σπίτι μου γιατί μεγάλωσα με δυο μεγαλύτερες αδερφές, οπότε αυτό βοήθησε να έχω ακούσματα από μικρός. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το ροκ ήταν στα high του, αλλά επειδή στην Ελλάδα ήμαστε και λίγο πίσω, εκείνη την εποχή ακούγαμε το ροκ των 70s, δηλαδή Pink Floyd, Deep Purple, Rainbow, Led Zeppelin, Eagles, τα πάντα.
Εκείνη την εποχή λοιπόν «έσκασε» το heavy metal. Δεν ξέρω πόσο παλιά είχα το πρώτο μου ροκ άκουσμα, πιθανώς να ήταν κι όταν ήμουν πέντε χρόνων, αλλά το πρώτο κομμάτι που άκουσα συνειδητοποιημένα στο ροκ ήταν το Temple of the King των Rainbow και ακολούθησαν το The Wall των Pink Floyd και τότε είχαν ξεχωρίσει και οι AC/DC λόγω του Back in Black. Το άλμπουμ όμως που με έβαλε για τα καλά στο heavy metal ήταν το Number of the Beast.
Θυμάμαι ότι τότε ήμουν ακόμα στο δημοτικό και ξαφνικά βρεθήκαμε μερικά πιτσιρίκια να έχουμε ένα άλμπουμ με ένα τερατάκι να κυνηγάει ένα διαολάκι. Τώρα μας φαίνεται αστείο, αλλά για τα τότε δεδομένα ήταν πολύ αποκρουστικό, το φοβόμασταν!
Η αρχή λοιπόν έγινε με το Number of the Beast και μετά ακολούθησαν τα πάντα. Judas Priest, Ozzy, Scorpions, Metallica, όλα τα μεγάλα γκρουπ του κλασικού μέταλ. Μάλιστα, γνωρίζοντας τον Ozzy των 80s, πήγαμε πίσω και γνωρίσαμε και τους Sabbath των 70s, λόγω του άλμπουμ Speak of the Devil που είχε κυκλοφορήσει τότε, το 1982.

 

Innerwish

Φωτό: Yiannis Papanikolaou/Facebook

Μαζί λοιπόν με το Θύμιο Κρίκο φτιάχνετε το 1992 τους Innerwish, οι οποίοι κυκλοφορούν τον πρώτο τους δίσκο έξι χρόνια αργότερα, με εσένα στα φωνητικά.

Με το Θύμιο είχαμε φτιάξει μια πρώιμη μορφή των Innerwish, τους Growing Order, το 1992. Με αυτή τη μπάντα προβάραμε και κάναμε κάποια ελάχιστα live μέχρι το ’94-’95. Κάναμε ένα demo με τέσσερα-πέντε τραγούδια και το 1995 η μπάντα ονομάστηκε Innerwish και συνέχισε με το όνομα αυτό προς αναζήτηση μουσικών, δημιουργία τραγουδιών και δίσκου κλπ.

Θέλεις να μου πεις λίγα λόγια σχετικά με το αν ο πρώτος δίσκος, το Waiting for the Dawn, είχε κάποια συγκεκριμένη θεματολογία, ή αν ήταν απλά ένας μουσικός και στιχουργικός πειραματισμός;

Ήταν ένας τελείως πειραματικός και βιωματικός δίσκος. Ουσιαστικά ήταν μία συλλογή εμπειριών εκείνης της περιόδου από τον καθένα μας και στιχουργικά και μουσικά. Γι’ αυτό, ο ακροατής θα καταλάβει ότι είναι ένας πολυσυλλεκτικός δίσκος για την εποχή του. Δεν έχει στεγανά ή περιορισμούς.
Είναι π.χ. χαρακτηριστικό ότι είχαμε φτιάξει δύο μπαλάντες, μας άρεσαν και τις βάλαμε και τις δύο μέσα, παρ’ ό,τι αυτό δεν ήταν συνηθισμένο, ούτε καν για τα 80s. Δεν το κάναμε για εμπορικό σκοπό, απλά μας άρεσε και τις βάλαμε. Είχε πολύ μελωδικό στοιχείο, γιατί είχε και κάποια power/prog περάσματα, αλλά τότε οι επιρροές μας ήταν λίγο πολύ σαφείς. Βέβαια στον κάθε ακροατή ακούγεται ξεχωριστά. Έχει τύχει να μας πουν ότι άκουσαν μουσικές επιρροές που εμείς δεν είχαμε. Στον καθένα ακούγεται διαφορετικά.
Εμάς εκείνη την εποχή μας άρεσαν πολύ οι Warlord και προσπαθούσαμε να βάλουμε ένα ελληνικό στοιχείο σε αυτόν τον ξενόφερτο ήχο. Γι’ αυτό υπάρχει ένας λυρισμός στο Waiting for the Dawn που δε θα τον βρεις ξανά σε άλλο άλμπουμ.
Εκείνη την εποχή ακούγαμε πολλή ελληνική μουσική. Εγώ έμαθα κιθάρα και αρμονία πάνω σε ελληνικά τραγούδια κι εκείνη την εποχή συμμετείχα σε διάφορα σχήματα που έπαιζαν έντεχνα, λαϊκά, ρεμπέτικα, κυρίως ως τραγουδιστής, οπότε σίγουρα όλο αυτό το μπόλιασμα και η επιρροή έπαιξε ρόλο. Επιπλέον, με το Θύμιο είχαμε τον ίδιο δάσκαλο μουσικής, τον κ. Νίκο Πολυχρονόπουλο, ο οποίος μας άφησε πριν ένα χρόνο. Ο κ. Πολυχρονόπουλος μας έκανε μαθήματα μουσικής τόσο στο σχολείο, όσο και εκτός. Έκανε μαθήματα κλασικής κιθάρας στο Θύμιο κι όταν εγώ κατάλαβα ότι ήθελα να μάθω λίγα περισσότερα πράγματα, ούτως ώστε να μπορώ να γράψω ένα τραγούδι, πήγα κι εγώ σ’ αυτόν και κάναμε μαθήματα για ένα χρόνο. Υπό αυτήν την έννοια, το ότι είχαμε τον ίδιο δάσκαλο βοήθησε στο να έχουμε και την ίδια μουσική κατεύθυνση. Με το Θύμιο όμως γνωριζόμαστε από μικροί κι έτσι εκτός από μουσικά, έχουμε και άλλα κοινά βιώματα.

Κεφάλαιο Παπαροκάδες

Φωτό: Video Clip “Το Τσιπάκι” – Youtube

Πάμε τώρα στο επόμενο στάδιο. Ένα μήνα αφότου κυκλοφορεί το Waiting for the Dawn, αποφασίζεις να τα παρατήσεις όλα και να πας στο Τρίκορφο.

Ναι, ήταν ένα μήνα μετά. Καταλαβαίνεις βέβαια ότι και μέσα στο δίσκο υπάρχουν κάποιες από τις φιλοσοφικές και υπαρξιακές αναζητήσεις μου σαν πινελιές, οι οποίες με ακολουθούν μέχρι και τώρα. Αυτό το πράγμα δε σταματάει, είναι αέναο. Εκείνη την εποχή όμως ήταν πιο έντονο, γιατί ήμουν σε μια άλλη ηλικία, είχα έναν άλλο ενθουσιασμό και το είχα προαποφασίσει. Τα παιδιά το ήξεραν, προφανώς. Σκέψου ότι είχαμε κάνει και κάποια live με το δίσκο πριν ακόμα κυκλοφορήσει.
Βέβαια, το να λέμε κυκλοφορία δίσκου δεν είχε τη σημερινή έννοια τότε. Εμείς δεν είχαμε ιδέα από promotion. Βγήκε ο δίσκος κι εμείς δεν ξέραμε τι θα έκανε η εταιρεία που είχε αναλάβει. Εμείς είχαμε μόνο τον ενθουσιασμό της δημιουργίας. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε με αυτό. Ήμαστε πολύ μικροί και πολύ ανώριμοι στο κομμάτι του να διαχειριστούμε με marketing τη δουλειά μας. Ήταν απλά μια αγνή μουσική έκφραση.

Είχες πει ότι ήθελες να γράψεις ένα βιβλίο για την εμπειρία στο μοναστήρι…

Ναι, θέλω, αλλά προς το παρόν δε μπορώ, γιατί έχω να συλλέξω εμπειρίες. Το να γράψεις ένα βιβλίο δεν είναι εύκολο πράγμα, ειδικά όταν έχεις πρωινή δουλειά, μπάντες και υποχρεώσεις.

Οι «Ελεύθεροι» λοιπόν κυκλοφορούν τέσσερεις δίσκους. Ξεκινάμε με το «Έμαθα ελεύθερος να ζω» που έγινε πλατινένιο κι ακολουθούν «S.O.S», «Κοντά σας» και «Ο κόσμος αλλάζει», το οποίο ήταν και το τελευταίο, που κυκλοφόρησε το 2003. Η θεματολογία των άλμπουμ αυτών είναι λίγο πολύ γνωστή. Ωστόσο, ποιες θα έλεγες ότι ήταν οι κύριες πηγές έμπνευσης για να τα γράψεις; Τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά.

Μουσικά, επειδή η εποχή των δίσκων των Ελεύθερων με τους Innerwish είναι κοντινή, το μελωδικό στοιχείο με επιρροή από ελληνική μουσική είναι έκδηλο. Επίσης ηχητικά ήθελα να έχει μια ροκ αισθητική, αλλά ήταν η πρώτη προσπάθεια κι επειδή ο συγκεκριμένος χώρος (σ.σ. της Εκκλησίας) έχει μια προκατάληψη με τη ροκ μουσική, δε μπορούσα να το κάνω πολύ heavy. Ωστόσο λειτούργησε γιατί έγινε όλο αυτό το μπαμ με τη δημοσιότητα. Πέρα όμως από τα τραγούδια χριστιανικής κατεύθυνσης, υπήρχε ένα στοιχείο επαναστατικού μανιφέστο εναντίον της παγκοσμιοποίησης, που εμένα με χαρακτηρίζει κι έκανε και τη μεγαλύτερη εντύπωση.
Γενικά, δεν υπήρχε κάποιο μουσικό όριο στους δίσκους. Μπορείς να βρεις ελληνικά έντεχνα, λαϊκά, ροκ, μέχρι folk και παραδοσιακά. Υπήρχε χώρος για πειράματα κι έκανα πολλά και είδα τι μου ταιριάζει και τι όχι. Απ’ όλα αυτά όμως, δυστυχώς, ό,τι και να έχεις κάνει, αυτό που σε ακολουθεί είναι αυτό που έχει κάνει το μεγάλο μπαμ. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, δημοτικότητα απέκτησαν δύο-τρία τραγούδια: Το «Έμαθα ελεύθερος να ζω», το «τσιπάκι» και άντε ένα-δύο ακόμα, τα οποία «καπέλωσαν» όλα τα υπόλοιπα. Ευτυχώς όμως που ήταν αυτά, γιατί ήταν τραγούδια που και τα πίστευα και αποδείχτηκαν επίκαιρα.
Όταν είσαι αποστασιοποιημένος από κάποιες καταστάσεις, τις βλέπεις διαφορετικά. Τότε είχε μόλις ξεκινήσει το Ίντερνετ στην Ελλάδα και εγώ ήμουν σε κάποια απόσταση. Έβλεπα το πώς ο κόσμος είχε «πέσει» με τα μούτρα. Εκείνη η εποχή, το ’99-2000, ήταν η κομβική εποχή που το Ίντερνετ είχε αρχίσει να κατακλύζει τα πάντα. Ένιωσα λοιπόν ότι αυτό το πράγμα κάπου πάει κι όταν τα βλέπεις λίγο πιο αποστασιοποιημένα, τότε μπορείς να σκεφτείς λίγο «μπροστά», γιατί βλέπεις λίγο πιο ξεκάθαρα.

Όντως, και το «τσιπάκι» ήταν πιο πολύ to the point, σε αντίθεση με το «Έμαθα ελεύθερος να ζω» που ήταν πιο γενικό. Ειδικά η τελευταία του στροφή «σε φάγανε τα Ίντερνετ και οι πληροφορίες, απ’ τα αρχεία μου περνούν χιλιάδες ανομίες»…

Ναι, ακριβώς.

Πάντως όντως επισκιάστηκαν αξιόλογα κομμάτια και ειδικά στο «Ο κόσμος αλλάζει» που έγιναν πολλοί πειραματισμοί, από ραπ μέχρι κασάπικο, παρ’ όλα αυτά το μήνυμα πέρασε. Το “S.O.S” έγινε χρυσός δίσκος, σωστά;

Ναι και το «Έμαθα ελεύθερος να ζω» πλατινένιος. Όταν βγήκε το τραγούδι με το «τσιπάκι», ο κόσμος επειδή έβλεπε και το μπαμ που είχε γίνει με το «Έμαθα ελεύθερος να ζω», βρήκε το εξώφυλλο του πρώτου πιο προσφιλές, ίσως κι επειδή στο εξώφυλλο υπήρχε ένας μοναχός. Οι πωλήσεις όντως πήγαιναν καλά τότε, αν και δύο-τρία χρόνια μετά έπεσαν κατακόρυφα. Μέχρι το 2000-2001 υπήρχαν καλά νούμερα στη δισκογραφία, αλλά προς το τέλος είχε ήδη ξεκινήσει η κατιούσα.

Ναι, είναι φυσιολογικό να υπάρχει ένας κορεσμός.

Ακριβώς, και δεν τρέχει και τίποτα. Θα δώσω ένα παράδειγμα που ίσως ακουστεί ατυχές, αλλά πχ όλοι γνωρίζουν τους Led Zeppelin λόγω του Stairway to Heaven. Δεν είναι όμως μόνο αυτό οι Led Zeppelin.

Πάντως είναι κρίμα γιατί όντως υπήρξαν αξιόλογα κομμάτια που χάθηκαν. Για παράδειγμα στο «Κοντά σας», υπήρχε ένα καταπληκτικό κομμάτι, το «Καβάλα πάει ο Χάροντας», το οποίο χάθηκε κι αυτό, κακώς.

Ισχύει, αλλά δεν πειράζει. Το κοινό που θέλει να ψαχτεί με τη μουσική θα το κάνει. Από την άλλη, όσοι θέλουν να τρέφονται με πυροτεχνήματα, μπορούν να το κάνουν. Και στην περίπτωση των «Ελεύθερων», υπήρξε κόσμος που ασχολήθηκε επειδή εν μέρει ήταν πυροτέχνημα, οπότε δικαιολογημένα.

Ισχύει και νομίζω ότι το όλο εγχείρημα προωθήθηκε ακόμα περισσότερο λόγω και της αρνητικής δημοσιότητας που προσέλαβε.

Ναι, και μετά διαδόθηκε ότι η Εκκλησία πάει να μας βάλει φρένο και ήθελε να πάει εναντίον μας, ενώ εν συνεχεία μαθεύτηκε ότι είμαστε ένα side project του Χριστόδουλου για να προωθήσει την εκκλησία μεταξύ των νέων, κατάλαβες τώρα…

Σε κάποια από τα κομμάτια αυτά, υπάρχουν κι άλλες συμμετοχές. Συμμετείχαν κι άλλοι στη συγγραφή μουσικής και στίχων, ή τα έκανες όλα εσύ;

Υπήρχε συμμετοχή κι από άλλους, αλλά το 95% το έκανα εγώ. Βέβαια κάποια πράγματα ήταν έτοιμα γιατί κάναμε και διασκευές, αλλά γενικά μου άρεσε να δουλεύω πάνω σε έτοιμο στίχο. Ένα παράδειγμα είναι το «Θα πάρω μιαν ανηφοριά», ένα ποίημα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

Solo Project – Στην άκρη του χρόνου

Φωτό: Discogs

Μετά λοιπόν την επιστροφή στα εγκόσμια, αν και απ’ ό,τι έχεις πει ούτε στο μοναστήρι μπορούσες να ησυχάσεις με τόση δημοσιότητα, κυκλοφορείς ένα δίσκο με ελληνικό στίχο κι ελληνικό έντεχνο στυλ τραγουδιού και πάλι με δικούς σου στίχους και μουσική(«Στην άκρη του χρόνου», 2008). Τι σε οδήγησε κατ’ αρχήν στο δίσκο και γιατί με αυτό το στυλ; Επίσης, σε αντίθεση με ό,τι πολλοί μπορεί να φαντάζονται, συνεργάστηκαν πολλοί μουσικοί για να βγει αυτή η κυκλοφορία…

Ήταν ένας δίσκος που έκανα με κεκτημένη ταχύτητα, έχοντας ήδη υλικό. Είχα ήδη αποφασίσει ότι θα φύγω από την αδελφότητα, γι’ αυτό και δεν ήθελα να κάνουμε άλλη δισκογραφική δουλειά εκεί. Σκέψου ότι έφυγα στις αρχές του 2006 και ο τελευταίος δίσκος έγινε στα τέλη του 2003, οπότε για δύο χρόνια υπήρχε «σιγή». Εγώ όμως συνέχισα να είμαι παραγωγικός και να έχω πράγματα στο συρτάρι. Από αυτά ήταν και το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου «Στην άκρη του χρόνου», ο οποίος είχε επίσης μία πολυσυλλεκτική κατεύθυνση. Ουσιαστικά συνέχισα να πειραματίζομαι. Είχε μέχρι και ψιλο-pop τραγούδια. Αυτό ήταν και το τελευταίο μου πείραμα κι έτσι έκλεισε αυτός ο μουσικός κύκλος. Το λέω αυτό με την καλή έννοια, γιατί κατά τη διάρκειά του γνώρισα και συνεργάστηκα με πολλούς και καλούς μουσικούς κι ανθρώπους του χώρου. Αυτό μου έδωσε πολλή εμπειρία στο θέμα της ενορχήστρωσης και της παραγωγής.
Για το δίσκο αυτό συνεργάστηκε πολύς κόσμος, αλλά υπήρξε θέμα με την εταιρεία παραγωγής, οπότε δεν ξέρω καν πόσα αντίτυπα του δίσκου κυκλοφόρησαν. Αυτό όμως δε με πειράζει, γιατί παρόλο που το άλμπουμ αυτό μου στοίχισε αρκετά από οικονομικής άποψης, τουλάχιστον ολοκληρώθηκε ένας δημιουργικός κύκλος. Οπότε, μετά την επάνοδό μου το 2008, συνειδητοποίησα ότι δε με ενδιαφέρει να ζήσω από το τραγούδι ως τραγουδιστής ελληνικών τραγουδιών κι έτσι επέστρεψα σε αυτό που ανέκαθεν είχα περισσότερο στην καρδιά μου, το αγγλόφωνο.
Σε ό,τι αφορά στη θεματολογία του δίσκου τώρα, ήταν ένας δίσκος βιωματικός κι ενδοσκοπικός. Ο μισός δίσκος είχε γραφτεί μέσα στο μοναστήρι κι ο άλλος μισός έξω από αυτό.

Κεφάλαιο Battleroar

Φωτό: Rockhard.gr

Έχεις αναμειχθεί και με τους Battleroar, αν και η συνεργασία σας δε μετουσιώθηκε σε δίσκο. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία και πότε ξεκίνησε;

Η συνεργασία ξεκίνησε το 2009, ολοκληρώθηκε αρχές του 2010 και προέκυψε λόγω του Θύμιου που γνωρίζει τα παιδιά. Με συνέστησε στον Κώστα Τζώρτζη που είναι ιδρυτικό μέλος κι έχει τη μπάντα τώρα. Οι Battleroar είχαν μόλις τελειώσει με ένα δίσκο που βγήκε το 2008, είχαν φύγει κάποια μέλη κι έψαχναν καινούρια, εγώ είχα κάνει το come back και ήθελα μία μπάντα για να δραστηριοποιηθώ φωνητικά, οπότε έτσι προέκυψε. Με τα παιδιά κάναμε κάποια live, όμως όταν ήρθε η ώρα να κάνουμε δίσκο και μουσική καταλάβαμε ότι είμαστε σε διαφορετικές κατευθύνσεις και γι’ αυτό και δεν προχώρησε, όμως οι σχέσεις μας παραμένουν εξαιρετικές.

Φυσικά, κι αυτό φάνηκε και στο live σαν support των Manowar το καλοκαίρι…

Ακριβώς. Μου το ζήτησαν τα παιδιά γιατί είναι φίλοι μου κι αν μου ξαναζητηθεί, εννοείται ότι θα το ξανακάνω.

Rock ‘n’ Roll Children

Φωτό: Rock ‘n’ Roll Children – Facebook

Αν μη τι άλλο, είσαι πολύ δραστήριος μουσικά! Μόλις λίγους μήνες μετά (σ.σ. το καλοκαίρι του 2010) και αφού φεύγει ο Dio, αποφασίζετε να φτιάξετε με το Μανώλη Τσίγκο τους Rock n Roll Children. Σε πόσο χρονικό διάστημα από το θάνατο του μεγάλου κοντού φτιάχτηκε η μπάντα;

Αυτό ξεκίνησε σαν μια ιδέα στο μυαλό του Μανώλη, ο οποίος σκέφτηκε να δημιουργήσουμε μία tribute band γιατί ήμαστε όλοι οπαδοί και συμφωνήσαμε.
Λίγο αργότερα ο Μανώλης είχε την ιδέα α να κάνουμε ένα φιλανθρωπικό φεστιβάλ προς τιμήν του Dio, όπως κι εκείνος είχε ηγηθεί της κίνησης «We’re Stars» το 1986, όταν είχε μαζέψει τους καλύτερους ροκ καλλιτέχνες για να βγάλει ένα δίσκο τα έσοδα του οποίου θα πήγαιναν σε φιλανθρωπικό σκοπό.
Έτσι ξεκίνησε να υλοποιείται, αλλά το μουσικό κομμάτι ήταν δύσκολο και κάναμε αρκετές πρόβες μέχρι να δούμε αν μπορούμε να ανταπεξέλθουμε. Ειδικά για μένα ήταν πολύ δύσκολο, καθώς ξέρεις ότι τραγουδάς τον νούμερο 1, τον απόλυτο τραγουδιστή. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι, πέραν του ότι εκτίθεσαι, πρέπει να νιώθεις κι εσύ ωραία, ότι δηλαδή το performance είναι αξιοπρεπές. Σε κάθε περίπτωση όμως, έχουμε βάλει ο καθένας μας τη μουσική του ταυτότητα σε όλο αυτό. Δεν έχουμε κοπιάρει ούτε τους δίσκους, τα σόλο ή τίποτα τέτοιο. Σίγουρα έχουμε πάρει στοιχεία γιατί δε μπορείς να διασκευάσεις αλλιώς, αλλά δε γίνεται να είσαι πανομοιότυπος γιατί φτάνεις στο σημείο να μην εκφράζεσαι. Εμείς ποτέ δε νιώσαμε ότι διασκευάζουμε, γιατί ήταν τόσα χρόνια μέσα μας αυτή η μουσική, που θεωρούμε ότι είναι κάτι δικό μας.

Μιλώντας για το Rock in Dio, φέτος λογικά δε θα μπορέσει να γίνει, έτσι;

Είναι πολύ δύσκολο για φέτος. Ακόμα κι αν σταματήσουν τα μέτρα, ο κόσμος δε θα μπορεί –λόγω ψυχολογίας- να συνωστιστεί σε ένα χώρο με άλλα 800 άτομα. Η τωρινή κατάσταση διαμορφώνει μία νέα πραγματικότητα σε ό,τι αφορά την επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτό στο οποίο πρέπει να επικεντρωθούμε είναι στο πώς θα χάσουμε όσο το δυνατό λιγότερους ανθρώπους.

Diviner

Φωτό: Diviner – Facebook

Μετά από μία δισκογραφική «παύση», φτάνουμε στο 2015 και την κυκλοφορία του “Fallen Empires” από τους Diviner, των οποίων ήταν και η πρώτη κυκλοφορία. Για πες μου δύο λόγια για το άλμπουμ αυτό. Απ’ ό,τι έχεις πει, προετοιμαζόταν αρκετό καιρό…

Η μπάντα δημιουργήθηκε το 2011. Εγώ με το Θύμιο, από το 2010 και μετά, βρισκόμασταν και παίζαμε. Έτσι προέκυψαν πράγματα που μας άρεσαν, χωρίς να υπάρχει τότε η σκέψη για μπάντα. Ωστόσο, όταν δημιουργήθηκαν 6-7 κομμάτια είδαμε ότι είχαν λόγο ύπαρξης κι έτσι το προχωρήσαμε, γράφτηκαν 2-3 ακόμα και δημιουργήθηκε ο δίσκος. Ήταν πιο εύκολο, γιατί το είχαμε ξανακάνει στο παρελθόν κι αν χρειαστεί θα το ξανακάνουμε.

Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι κυριότερες πηγές έμπνευσης της μπάντας, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά;

 

Είχαμε μία στόχευση στο μυαλό μας, η οποία ήταν ότι θέλαμε να κάνουμε έναν πολύ heavy δίσκο χωρίς εκπτώσεις ο οποίος να είναι και λίγο διαφορετικός απ’ ό,τι έχει κάνει στο παρελθόν ο καθένας μας. Βέβαια, όταν κάποιος σε ξέρει ως μουσικό, καταλαβαίνει ότι εμπλέκεσαι στη δημιουργία του άλμπουμ. Επειδή όμως σε κάποια πράγματα είμαστε τόσο κοντά νοητικά, είναι πράγματα που νομίζεις ότι τα έχει γράψει ο Θύμιος, αλλά τα έχει γράψει ο Γιάννης – ή το αντίστροφο, γιατί ξέραμε πάρα πολύ καλά τι θέλαμε και τι δε θέλαμε να κάνουμε. Επειδή λοιπόν δε θέλαμε να μοιάζει με Innerwish λόγω απουσίας πλήκτρων, θέλαμε να φτιάξουμε κάτι όχι τόσο λυρικό, αλλά πιο heavy και πιο «σκοτεινό» και νομίζω ότι το καταφέραμε.
Το βασικό ωστόσο, είναι η γνώμη του κόσμου. Αυτό είναι που σου δίνει το στίγμα τι κάνεις, άσχετα του τι νομίζεις εσύ. Κοινή συνισταμένη λοιπόν του κόσμου σχετικά με τις επιρροές του δίσκου είναι ότι υπάρχουν σαφείς επιρροές από σχήματα όπως οι Priest, οι Iced Earth, γενικά old school σε καλή παραγωγή.

Είναι πάντως χαρακτηριστικότατη η διαφορά από τους Innerwish (σ.σ. οι οποίοι είχαν κυκλοφορήσει άλμπουμ εκείνη την περίοδο)…

Βέβαια, γιατί οι Innerwish έχουν πάρει τόσα χρόνια μια προσωπική κατεύθυνση κι έχουν έναν αναγνωρίσιμο ήχο. Έχουν πατεντάρει ένα λυρισμό με τη χρήση των πλήκτρων, τη δόμηση του songwriting, τα ρεφρέν… Όλη η μουσικότητα των Innerwish είναι κάτι παρόμοιο με κάποιον που καταλαβαίνει πχ τους Maiden από τη μουσική τους και μόνο. Είναι κατόρθωμα το να καταλαβαίνεις ποια μπάντα παίζει από το πρώτο λεπτό που ακούς και οι Innerwish το έχουν πετύχει.

Το Fallen Empires είχε γραφτεί εξ’ ολοκλήρου από εσένα και το Θύμιο. Το Realms of time που ακολούθησε το 2019, είχε συμμετοχή σε στίχους και απ’ τα άλλα μέλη της μπάντας. Γιατί συνέβη αυτή τη φορά;

Οι ηχογραφήσεις είχαν ολοκληρωθεί από το Νοέμβριο του 2018, αλλά λόγω καθυστερήσεων, ο δίσκος κυκλοφόρησε το 2019.
Όντως, είχε συμμετάσχει ο Φραγκίσκος (σ.σ. Σαμοΐλης), ο Κώστας Φίτος συνέβαλλε κιθαριστικά αρκετά πράγματα και κάποια και ο Γιώργος ο Μαρούλης.
Εμένα δε μου αρέσει η δημιουργική στασιμότητα. Αυτή η εξέλιξη θα συνέβαινε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δε θα ήθελα να ξαναβγάλω ένα δίσκο όπως το Fallen Empires. Δεν είμαστε οι AC/DC να παίζουμε rock ‘n’ roll 40 χρόνια τα ίδια. Μια χαρά είναι κι αυτό, αλλά όταν παίζεις το είδος που παίζουμε εμείς χρειάζεται μία εξέλιξη που τη θέλεις από μόνος σου. Δεν είναι ότι το απαιτεί το είδος, σου αρέσει εσένα. Δεν είναι το «παραδοσιακό» που μένει παραδοσιακό. Έτσι λοιπόν, απότοκο αυτής της εξέλιξης ήταν και η συμμετοχή των άλλων παιδιών στο άλμπουμ αυτό.
Γενικά, με την πρώτη δουλειά δεν είναι πάντα εύκολο να καταλάβεις πού πάει μία μπάντα. Πρέπει να δεις κι άλλες. Στο Realms of Time η μουσική «βεντάλια» άνοιξε. Θεωρώ το άλμπουμ αυτό ένα άλμα προς τα εμπρός. Φυσικά, δεν υποτιμώ τον πρώτο δίσκο, γιατί αρκετά από τα τραγούδια του είναι πλέον αναγνωρίσιμα, κάτι που σημαίνει ότι άντεξαν στο τεστ του χρόνου, άρα κάτι έχουν να πουν.
Ωστόσο, εξαρχής οι ιδέες που είχα για το Realms of Time ήταν διαφορετικές από τις ιδέες που είχα στο Fallen Empires, γιατί το Fallen Empires ήταν στοχευμένο να είναι πιο heavy, ενώ στο Realms of Time προσθέσαμε μελωδικότητα, λίγο περισσότερη ατμόσφαιρα, πιο catchy ρεφρέν. Ήταν γενικά πιο μουσικός δίσκος και είχε μεγαλύτερο εύρος, κάτι που το ήθελα γιατί όταν βγάζεις δεύτερο δίσκο, στόχος είναι να ξεπεράσεις τον πρώτο, να ξεπεράσεις τον εαυτό σου. Δε βάλαμε όρια σε πράγματα που πιθανώς να έβαζα στον πρώτο δίσκο και σκοπεύω να το ξανακάνω. Είναι ωραίο να μη βάζεις όρια.

Άρα υπάρχει στα σκαριά άλλος δίσκος;

Τώρα έχουμε μαζέψει κάποιο υλικό και θέλουμε να συγκεντρωθούμε να το δουλέψουμε, αλλά με την κατάσταση αυτή δε γίνεται (σ.σ. γέλια). Οι βλέψεις μας όμως είναι μέσα στον επόμενο χρόνο να μπούμε να γράψουμε καινούριο δίσκο.

Η μπάντα κυκλοφόρησε το δίσκο και μετά υπήρξαν κάποιες σημαντικές αλλαγές. Θέλεις να μας μιλήσεις λίγο γι’ αυτές και για το νέο lineup;

Οι αλλαγές στη μπάντα δρομολογήθηκαν από το τέλος του 2018 και ολοκληρώθηκαν αρχές του 2019. Τα καινούρια μέλη ήρθαν μέσα στο Μάρτιο του 2019 και κάναμε πρόβες για να μπορέσουν κι εκείνοι να υποστηρίξουν το δίσκο -που βγήκε τον Ιούνιο- στα live.
Ο κύριος λόγος για να βρίσκεται μία μπάντα μαζί, είναι να υπάρχει σύμπνοια στο όραμά της. Αν δεν υπάρχει αυτό, δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε τις καρδιές μας. Όπως εγώ 10 χρόνια πριν δεν ήμουν μέσα στο μουσικό όραμα των Battleroar κι αποχώρησα, έτσι ακριβώς έγινε και με τα μέλη που έφυγαν.
Όπως κι αν αυτό έγινε δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι όταν βλέπεις ότι κάποιος δε συμφωνεί με την κατεύθυνση της μπάντας όπως έχει τεθεί, δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσει, γιατί θα δημιουργηθούν αντιδράσεις, τριβές και δεν υπάρχει και λόγος. Όλα τα μέλη της μπάντας –παρελθόντα και παρόντα- είναι υπέροχοι μουσικοί, απλά πρέπει να αισθάνεσαι ότι καθένας δίνει το 100% και ότι η μπάντα γι’ αυτόν είναι προτεραιότητα. Αν δε συμβαίνει αυτό, καλύτερα να χωρίσουν οι δρόμοι.
Έτσι λοιπόν μείναμε ο Γιώργος Μαρούλης κι εγώ και φέραμε τρία νέα μέλη, το Λευτέρη Μόρο, το Γιώργο Μπουλμάνο και τον Τεό Ross οι οποίοι πέρα ότι είναι πάρα πολύ καλοί μουσικοί, είναι και μέσα στο όραμα της μπάντας. Βέβαια, όταν είναι να συγκεντρωθούμε και να έχουμε αυτή τη δημιουργική τριβή, θα δούμε πώς θα δέσουμε. Είμαι αισιόδοξος όμως, γιατί εξ’ αρχής υπήρξε και υπάρχει καλή χημεία κι επικοινωνία.

Προφανώς ζούμε σε περίεργες εποχές. Ωστόσο, έχεις προγραμματίσει κάποια συναυλία για τη μπάντα;

Τώρα με την πανδημία, δε μπορείς να ξέρεις ποιες είναι οι προτεραιότητες. Όλα επαναπροσδιορίζονται και η μουσική είναι δευτερεύον, αν όχι τριτεύον πράγμα.
Σε όλη την ατυχία μας σταθήκαμε τυχεροί, γιατί προλάβαμε και κάναμε αρκετά live στην Ελλάδα. Είχαμε κλείσει ένα μίνι τουρ στο εξωτερικό για το Σεπτέμβρη, το οποίο δυστυχώς ακυρώθηκε. Είχαμε κλείσει μερικές συναυλίες για το καλοκαίρι, αλλά αν ακυρωθούν όλα τα φεστιβάλ, λογικά θα ακυρωθούν κι αυτές. Αυτή τη στιγμή έχουμε κλείσει να παίξουμε headliners στο Over the wall στο Ηράκλειο και είχαμε και κάποιες συζητήσεις με άλλα ελληνικά φεστιβάλ, αλλά όλα θα εξαρτηθούν από το πώς θα πάει η κατάσταση με τον ιό.
Θα με στενοχωρούσε αν δεν προλαβαίναμε να κάνουμε live, γιατί ουσιαστικά ο δίσκος θα πήγαινε «άκλαυτος» που λέμε, αλλά ευτυχώς αυτό δε συνέβη.

Η μουσική ως φιλοσοφία ζωής

Φωτό: Yiannis Papanikolaou – Facebook

Θα έλεγες ότι στην περίπτωσή σου η μουσική είναι ένας τρόπος έκφρασης; Ή πώς αλλιώς θα το χαρακτήριζες;

Θα τη χαρακτήριζα απόλυτα ως μέσο έκφρασης. Η μουσική όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι είναι η συνέχεια των φιλοσοφικών και υπαρξιακών μου αναζητήσεων, τις οποίες αποκωδικοποιώ κι εκφράζω με όργανα, μουσική, νότες και στίχο. Είναι κάτι συνυφασμένο με τον εσωτερικό εαυτό μου, γι’ αυτό και δεν παίζω rock ‘n’ roll. Φυσικά, μια χαρά είναι κι αυτό, αλλά η μουσική για μένα είναι κάτι πιο πνευματικό, πιο εσωτερικό. Γι’ αυτό τη χρησιμοποιώ ως μια εσωτερική κάθαρση. Μ’ ενδιαφέρει να κάνω μουσική μόνο με αυτούς τους όρους, αλλιώς δε θέλω να το κάνω.
Σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια, η τέχνη είναι τέχνη, είτε επικοινωνείς με έναν, είτε με πολλούς. Ακόμα κι αν επικοινωνήσεις έστω και με έναν που δεν ξέρεις, είναι κέρδος. Πόσο μάλλον όταν επικοινωνείς με περισσότερους.
Έτσι λοιπόν βλέπω εγώ τη μουσική. Σαν συνέχεια των βιωμάτων, των αναζητήσεών μου και όλων αυτών που θέλω να εκφράζω.

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί στην εποχή που ζούμε μπαίνει και το εμπορικό κομμάτι στη μέση…

Οι λόγοι που κάνω μουσική είναι σαφέστατοι και προφανείς, οπότε δε θα κάνω εκπτώσεις τώρα. Θα το κάνω εγώ όπως, όπου κι όποτε μου αρέσει. Μπράβο και σ’ αυτούς που το κάνουν για βιοποριστικούς λόγους, αλλά εμείς ευτυχώς επειδή ζούμε από άλλα πράγματα, το κάνουμε μόνο για τη χαρά που μας δίνει η δημιουργία και η τέχνη.

Ένα μήνυμα για τους αναγνώστες και το κοινό αυτές τις εποχές;

Προσοχή στον εαυτό μας και τους γύρω μας. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται. Ακούς διάφορες θεωρίες συνωμοσίας και παπάτζες που κυκλοφορούν, ότι όλο αυτό είναι στοχευμένο, ότι το έκανε η νέα τάξη πραγμάτων επίτηδες για να μας στερήσει τα δικαιώματά μας.
Εγώ δε θεωρώ ότι είναι στοχευμένο, αλλά είναι σίγουρο ότι η νέα τάξη θα το εκμεταλλευτεί. Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται. Οπότε επειδή το επόμενο βήμα είναι είτε ένας ιός, είτε η οικονομική ύφεση που θα έρθει, το ζητούμενο είναι να βγούμε υγιείς, όχι μόνο σωματικά και ψυχικά, αλλά η επόμενη μέρα να μας βρει σ’ έναν κόσμο όχι λιγότερο δίκαιο και όχι με περισσότερες ανισότητες από σήμερα. Αυτό είναι που με τρομάζει και το τραγουδάω χρόνια, γιατί το βλέπω να γίνεται.
Ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί και να δρα όσο είναι ελεύθερος. Όταν περιορίζονται οι ελευθερίες του, δεν το λες ζωή αυτό το πράγμα. Αυτή είναι και η ουσία των πραγμάτων για μένα. Το μήνυμα λοιπόν είναι να μη χάσουμε το σεβασμό στην ελευθερία μας τόσο κοινωνικά, όσο και παγκόσμια. Αυτό βέβαια είναι δύσκολο και μάλλον ουτοπικό σε έναν πλανήτη που τον έχουμε απομυζήσει σαν παράσιτα. Τόσο η γενιά μου όσο και οι επόμενες, θα δουν και θα ζήσουν πολλές αλλαγές. Είμαι αισιόδοξος για να προλάβω τα απαισιόδοξα. Ας το βλέπουμε θετικά, γιατί η ζωή είναι μία και δεν πρέπει να χάνουμε τις στιγμές και να ζούμε όπως πρέπει: ισορροπημένα και σωστά μεταξύ μας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s